Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

Τι είχε και τι δεν είχε η χθεσινή παράσταση...


Σάββατο 13 Αυγούστου, στην Εξέδρα της Νέας Κίου.
Μουσικοθεατρική παράσταση - Αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Γκάτσο.
Τραγούδι : Ηλίας Λιούγκος
Πιάνο : Δέσποινα Στεφανίδου 
Επιμέλεια Κειμένων : Εύα Γιαγκιόζη - Γιάννης Σαρηγιάννης 
Σκηνοθεσία : Γιάννης Σαρηγιάννης - Εύα Γιαγκιόζη
Μουσική επιμέλεια : Γιάννης Σαρηγιάννης
Επιμέλεια φωτισμού : Γιάννης Σαρηγιάννης
Επιμέλεια ρουχισμού : Τάκης Κοκκινόπουλος
Ήχος - Φως : Μάνος Σταθόπουλος
Μοντάζ : Τάσος Δούκας
Επιμέλεια αφίσας - προγράμματος : Εύα Γιαγκιόζη - Αναστασία Χαβιαρά


Έπαιξαν (Θεατρική Ομάδα Νέας Κίου) : Δώρα Βογιατζή, Εύα Γιαγκιόζη, Δήμητρα Κατσικίδη, Μαίρη Κόκκινου, Σμαρώ Μανινή  




Όλα αυτά, τα είχε η παράσταση... Και είχε κι άλλα...
- Είχε φόντο την ομορφότερη πανσέληνο της χρονιάς...
- Είχε υπέροχη μουσική...
- Είχε πάρα πολλούς θεατές...
- Είχε μια φοβερή θεατρική ομάδα που μετά το τέλος της θαυμάσιας παράστασης μάζεψε τις καρέκλες και τα σκουπίδια (ελλείψει υπαλλήλων που άλλοτε έκαναν αυτή τη δουλειά)...
- Είχε ανθρώπους που "δούλεψαν" εθελοντικά γι' αυτήν...
- Είχε το Γιώργο το Μανινή στις καρέκλες των επισήμων, σαν τον παλιό καλό καιρό, τότε που η Νέα Κίος ήταν ακόμα Δήμος...
- Είχε την παλιά αίγλη των πολιτιστικών εκδηλώσεων της Νέας Κίου που πάντα ξεχώριζαν...
-Είχε συναίσθημα... κι είχε κι ελπίδα...






Τι δεν είχε η παράσταση;
- Δεν είχε Δήμαρχο
- Δεν είχε Αντιδήμαρχο
- Δεν είχε εκπρόσωπο της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους -Μυκηνών, παρότι την ευχαρίστησαν για την υλική υποστήριξή της...
- Δεν είχε σωστή υποστήριξη από τους επίσημους διοργανωτές της...


Ας είναι... Η ζυγαριά γέρνει προς τη θετική πλευρά, προς τα υπέρ, προς τους παρόντες...




Ας συνοψίσουμε λοιπόν...


Μία καταπληκτική μουσικοθεατρική παράσταση - αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο για τα 10Ο χρόνια από τη γέννησή του, "χάρισε" η Θεατρική Ομάδα Νέας Κίου στον κόσμο που πλημμύρισε την Εξέδρα, το βράδυ του Σαββάτου 13 Αυγούστου.
Με φόντο την πιο όμορφη πανσέληνο του χρόνου, με τον Ηλία Λιούγκο στο τραγούδι και τη Δέσποινα Στεφανίδου στο πιάνο (σε υπέροχα ακούσματα του Μάνου Χατζιδάκι και του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους Νίκου Γκάτσου), με τα κορίτσια της Θεατρικής ομάδας να δίνουν χρώμα και κίνηση στο λόγο του ποιητή υπό τις οδηγίες του Γιάννη Σαρηγιάννη, με τα ψαροκάικα να βάζουν τη δική τους πινελιά στη φυσική ομορφιά του χώρου, με την "ψυχή" όλων αυτών που δούλεψαν ακούραστα για την επιτυχία της παράστασης, η Νέα Κίος απέδειξε για άλλη μια φορά σε πείσμα των καιρών και των "κακών" της φίλων, ότι μπορεί και θέλει να επιβιώσει μέσα στην Καλλικρατική λαίλαπα που προσπαθεί να της στερήσει τη φωνή και την ανάσα της...



Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

«Φύσ’ αεράκι φύσα με…»





Στην Πανσέληνο του Αυγούστου, την πιο όμορφη του χρόνου, το Σάββατο 13 του μήνα, στις 9 το βράδυ, στην εξέδρα της Νέας Κίου, θα πραγματοποιηθεί ένα μουσικοθεατρικό αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Γκάτσο, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. 




"Φύσ' αεράκι φύσα με..." είναι ο τίτλος και παραπέμπει σε... 
...μια δροσερή μουσική βραδιά κάτω από το φως της πανσελήνου με τ' αεράκι της θάλασσας και τις μελωδίες των  Μάνου Χατζιδάκι και Σταύρου Ξαρχάκου που τόσο ωραία ανέδειξαν το λόγο του ποιητή και δημιούργησαν ιστορία στον πολιτισμό της Ελλάδας...

Επιμέλεια : Γιάννης Σαρηγιάννης, Εύα Γιαγκιόζη

Τραγούδι : Ηλίας Λιούγκος


Πιάνο : Δέσποινα Στεφανίδου

Φωτισμοί : Μάνος Σταθόπουλος

Μουσική επιμέλεια : Γιάννης Σαρηγιάννης

Τα κείμενα ερμηνεύουν οι : Εύα Γιαγκιόζη, Σμαρώ Μανινή, Δώρα Βογιατζή, Δήμητρα Κατσικίδη, Μαίρη Κόκκινου

Η εκδήλωση εντάσσεται στο πρόγραμμα του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 2011, που διοργανώνουν από κοινού ο Μορφωτικός Σύλλογος Νέας Κίου, ο Πολιτιστικός Σύλλογος και η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Άργους - Μυκηνών (Κ.Ε.Δ.Α.Μ.)

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Ηλίας Λιούγκος (βιογραφικό σημείωμα)                                               
  ΤΑ ΟΡΟΣΗΜΑ ΜΟΥ

1956 - Γεννήθηκα από γονείς αγρότες, σ’ ένα βουνό, σε μια ερημιά, στο μοναδικό σπίτι που υπήρχε σε απόσταση μιας ώρας  περίπου από το  xωριό Λάλιζα Ιωαννίνων, απ’ όπου και κατάγομαι.

Ο πατέρας μου, άνθρωπος τίμιος, σκεπτόμενος και με αναζητήσεις, ένα είδος θυμόσοφου, μου μετέδωσε ότι καλό υπάρχει μέσα μου. Τον θυμάμαι σκυφτό με γυαλιά δίπλα στη λάμπα πετρελαίου, με ύφος αθώου παιδιού, να ξεκοκαλίζει το χοντρό αγαπημένο του βιβλίο, που απ’ έξω έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα, “Αμαρτωλών Σωτηρία”. 

Οι γονείς μου, με χαρακτήρες εντελώς διαφορετικούς, σμίλεψαν μέσα μου ροπές αντίθετες, που έκτοτε προσπαθώ να ισορροπήσω.

Οι δυσάρεστες συγκρούσεις μεταξύ τους με τραυμάτισαν τόσο, ώστε για πολλά χρόνια περιφρονούσα και απέφευγα αυτόν τον τόπο. Όμως  όσο μεγαλώνω διαπιστώνω πως  τελικά εκεί ανήκω και ότι καλό ανθίζει μέσα μου, εκεί έχει τις ρίζες του.  Εκεί άρχισα να ονειρεύομαι αγναντεύοντας το μακρινό  ορίζοντα και πίσω απ’ τα βουνά της Αλβανίας. Εκεί η μυρωδιά του ξύλου, το χώμα οι πέτρες, οι συμβουλές  του πατέρα μου.  Εκεί τα Ηπειρώτικα τραγούδια στα  πανηγύρια της περιοχής, και ο ήχος της φλογέρας  που συχνά έπαιζε ο πατέρας μου τα βράδια  στο τζάκι με μάγεψαν τόσο ώστε με προέτρεψαν σε ηλικία πέντε ετών  να επιλέξω  οριστικά και αμετάκλητα το δρόμο του μουσικού. 


 1968 - Τελειώνω  το δημοτικό σχολείο και την επόμενη μέρα φεύγω για την πόλη των Ιωαννίνων. Τέσσερα χρόνια στο καφενείο του αδελφού μου. Το βράδυ στο νυχτερινό σχολείο. Χρόνια αθωότητας και  παραμελημένης  εφηβείας σε μια πόλη με αυθεντικούς ανθρώπους , υγρασία και ωραίους δρόμους  για περιπάτους.  Καθόλου εύκολα όμως για έναν ονειροπόλο που δεν ξέρει τι θέλει και πως να το ζητήσει . Οι ευαισθησίες μου για τη μουσική μεγεθύνονται μα δεν βρίσκουν καμιά ανταπόκριση.  Όμως η μουσική στη ζωή μου, σαν μια κόκκινη διαπεραστική γραμμή, μου δείχνει πάντα την  κατεύθυνση  που πρέπει να ακολουθήσω και εδώ μου έδειξε ότι έπρεπε να φύγω.
1
9          1972 -  Έρχομαι για πρώτη φορά στην Αθήνα. Περιπλανήσεις, ανέχειες, αποτυχημένες απόπειρες για άσχετα επαγγέλματα. Μια τυφλή αναζήτηση όμως, ευτυχώς  με οδηγεί στον αληθινό μου κόσμο.   

1976 - Γνωρίζω  το Μάνο Χατζιδάκι. Η ζωή μου αλλάζει. Αμέσως κατάλαβα ότι βρήκα αυτό που έψαχνα. Κάτι σαν να ξημέρωσε και είδα για πρώτη φορά το φως του ήλιου. Δάσκαλος, φίλος πατέρας και συνεργάτης ο Μάνος, μου έκανε την τιμή να με εντάξει στους δυο τρεις ανθρώπους που επιθυμούσε να συναντά σχεδόν κάθε μέρα επί είκοσι χρόνια, μέχρι την ημέρα που έφυγε. Εκεί γνώρισα τον εαυτό μου, το αληθινό πρόσωπο της τέχνης και κυρίως έμαθα να διακρίνω την καλή μουσική απ‘ όπου κι αν προέρχεται κι αυτή είναι η μεγάλη μου κληρονομιά. Αν δεν τον είχα γνωρίσει ίσως και να είχα χαθεί.

1983 -Σε ηλικία είκοσι επτά ετών αγοράζω επιτέλους πιάνο και αρχίζω τις μουσικές μου σπουδές. Δυστυχώς  όμως λόγω τεμπελιάς δεν τις ολοκλήρωσα. Το έχω μετανιώσει.

1983 - 1994 – Δίσκοι, συναυλίες σε όλο τον κόσμο, επιτέλους κάποια χρήματα, ανεμελιά και ατέλειωτα ξενύχτια στην οδό Ρηγίλλης.  

2000- Γνωρίζω τη σύντροφό μου που με απαλλάσσει από βαριάς μορφής κατάθλιψη, μου χαρίζει το γιο μου  και με ανέχεται μέχρι σήμερα.

2003- Γεννήθηκε ο γιος μου ο Ορέστης. Η ζωή μου αλλάζει  για δεύτερη φορά. Είπα πρέπει να σοβαρευτώ, να τον μεγαλώσω. Μάταια! Μάλλον ο Ορέστης με μεγαλώνει κι εγώ απλώς τον αγαπώ.

2010 – Ζω ανάμεσα σε δυο κόσμους, σχεδόν ισορροπιστής και όχι διχασμένος,. Την ημέρα τρεχάματα λογαριασμοί σχολεία οικογενειακά καθήκοντα τράπεζες κ.λπ., κι όταν νυχτώνει δραπετεύω στις ερημιές της σκέψης και σε λαβύρινθους αγέννητων τραγουδιών.

Πιστεύω στην ποίηση, στην υπέρβαση, στη δύναμη της πίστης, στη μυρωδιά του ξύλου, στη συνέπεια, στις ανατροπές, στον άγιο έρωτα, στην ισορροπία των αντιθέτων, στην πειθαρχία και στον ελεύθερο χρόνο.

Φοβάμαι τους φόβους μου, τους σεισμούς, την αγοραφοβία μου, και τους καλλιτέχνες.

Λέξεις-φράσεις - ονόματα : Τσαρούχης, καλοκαίρι, Χατζιδάκις, αξιοκρατία, Χρήστος Γιανναράς, Portishead, Μεγάλος ερωτικός, επαγρύπνηση, Tom waits, Κωστής Παπαγιώργης, Rene Magritte, Γιάννης Αγγελάκας, Nikola Piovani, Μάλαμας,  Roger waters, Hooverphonic, άλλα θέλω κι άλλα κάνω,  Massive Attack, Για πού το ‘βαλες καρδιά μου, Ουρανός, Franz Schubert, μαμά γερνάω, Disney, Mahler, Κική Δημουλά, Radiohead, Ορέστης, Καληνύχτα!

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:                                                                                                                     Λιούγκος (βιογραφικό)                                                          

 Ως ερμηνευτής

1976  Μάνου Χατζιδάκι  ΤΑ  ΠΑΡΑΛΟΓΑ” Η Πρώτη δισκογραφική μου εμφάνιση με τους:  Μαρία     ΦαραντούρηΔιονύση Σαββόπουλο, Μελίνα  Μερκούρη, και  Μίκη Θεοδωράκη.

1977  Διονύση Σαββόπουλου ΑΧΑΡΝΗΣ” στη ζωντανή παράσταση που δόθηκε στο Ρήγα στην  Πλάκα και  στη συνέχεια στην ηχογράφηση του  δίσκου  που ακολούθησε το καλοκαίρι. Τραγουδούν: Σ. Μπουλάς, Ν. Παπάζογλου, Ν. Ζιώγαλας,  Ηλίας Λιούγκος, Μ. Τανάγρη, Μ. Ρασούλης, Β. Ξύδης, και  Κ. Γεωργίου. 

1977   Νότη Μαυρουδή  “ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ” μουσική πάνω σε ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι.  Τραγουδούν: Αρλέτα,  Ηλίας Λιούγκος. 

1981  “ΚΕΡΚΥΡΑ 81 ΑΓΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ”

1982  Μάνου Χατζιδάκι “ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ” με τους Σαπφώ Νοταρά, Βασίλη Λέκα, Μαριάνα Ευστρατίου Παγκάκη, Έλλη Πασπαλά, και  Γιάννα Κατσαγιώργη.

1983  Μάνου Χατζιδάκι ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ” με τους Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά,και  Νένα    Βενετσάνου

1986 Μάνου Χατζιδάκι ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ” με τους Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά, και Μαρία  Φαραντούρη.

1987 Μάνου Χατζιδάκι ΛΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ” με τους Βασίλη Λέκα, Έλλη Πασπαλά και Γιώργο Νταλάρα.

1988  “ΣΤΟ ΣΕΙΡΙΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΠΑΙΔΙΑ” Ζωντανή ηχογράφηση από τις παραστάσεις του Ζουμ.

2004 Τατιάνας Ζωγράφου “ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ”  Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

2007 Τατιάνας Ζωγράφου “ΔΕΝ ΒΙΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ”  Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

 Ως συνθέτης

Κυκλοφόρησαν οι παρακάτω προσωπικοί δίσκοι 

1983  “ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ” Τραγουδούν:  Φλέρυ  Νταντωνάκη, Ηλίας Λιούγκος  και  Ζωή Αντιόχου.

1985  “ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ” σε στίχους Αγαθής Δημητρούκα.

 1990  “ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ ΑΠΟΨΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ” Τραγουδούν: Ηλίας Λιούγκος , Βούλα Σαββίδη.

              1996  “ΚΩΜΟΠΟΛΕΙΣ” σε στίχους Ζωής Παναγιωτοπούλου. Τραγουδούν:  Ηλίας Λιούγκος ,Μόρφω Τσαϊρέλη, και  Ζωή  Παναγιωτοπούλου.

      2002 “ΤΟ ΦΙΛΙ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ”  με ερμηνευτές τους ΑΝΕΜΟS, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Νίκο Κουρουπάκη, Μελίνα Κανά, Βασίλη Γισδάκη, Νότη Μαυρουδή, και Δημήτρη Μητροπάνο.


Επίσης, συνεργασίες ως συνθέτης

 1982  “ΚΕΡΚΥΡΑ 82 ΑΓΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ” (συμμετέχοντας με το Νανούρισμα,την πρώτη συνθετική μου εμφάνιση)

2001  Γιώργου Νταλάρα Η ΑΣΦΑΛΤΟΣ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ”   Συμμετοχή με δύο τραγούδια.

2002 Γιώργου Νταλάρα “ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ” Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

 2003 “ΘΕΛΕΤΕ ΔΕΝΤΡ’ ΑΝΘΙΣΕΤΕ ΘΕΛΕΤΕ ΜΑΡΑΘΗΤΕ”  Συμμετοχή με δύο τραγούδια στη μουσικοποιητική παράσταση από το τρένο στο Ρουφ

2003 “ΦΛΕΡΥ ΤΡΕΛΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ” Συμμετοχή με ένα τραγούδι, στο δίσκο για το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη.

2003  Μόρφως Τσαϊρέλη  -Ηρακλή Βαβάτσικα.“ΓΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝ”  Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

2003  “ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ” Μουσική για το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη.

2005  Καλλιόπης Βέττα  “ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ” Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

2006  Αλκίνοου Ιωαννίδη “ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ” Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

2007 “ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ ΜΟΥ” Νανουρίσματα. Συμμετοχή με ένα τραγούδι.

2008  Μελίνας Κανά “ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ”  Συμμετοχή με δύο τραγούδια

 2009  “ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ” ένα τραγούδι μελοποιημένο και τραγουδισμένο από μένα σε ένα ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη.

2010  “ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ-Μπαλάντα για το Νίκο Κούνδουρο” μουσική για το ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους του Αντώνη Μποσκοΐτη. Στίχοι τραγουδιού τίτλων Λίνας  Νικολακοπούλου, ερμηνεία Παντελής Θεοχαρίδης.     







BIOΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ




Πραγματοποίησε σπουδές πιάνου στο Ελληνικό Ωδείο (τάξη Κ. Γαϊτάνου - πτυχίο άριστα παμψηφεί) και στο Ωδείο Κodaly (τάξη Κ. Τρούλη - δίπλωμα άριστα παμψηφεί), όπου και σπούδασε μονωδία (τάξη Κ. Πασχάλη - δίπλωμα  άριστα παμψηφεί).


Έχει παρακολουθήσει μαθήματα Διεύθυνσης Ορχήστρας (τάξη Ρ. Πυλαρινού - Δημοτικό Ωδείο Πειραιά).

Παρακολούθησε σεμινάριο πιάνου της Ο. Szabo στο Ινστιτούτο Kodaly της Ουγγαρίας, ερμηνείας lied του     N. Shetler στην Ακαδημία Mozarteum του Σάλτσμπουργκ, και χορωδιακής μουσικής του Α. Κοντογεωργίου.

Έχει συνεργαστεί με τη χορωδία της ΕΡΤ και τη χορωδία Fons Musicalis.

Συμμετείχε στην  ηχογράφηση του σάουντρακ της ταινίας του Ν. Περράκη «Θυληκή Εταιρεία», στην ηχογράφηση του έργου του Ν. Μαμαγκάκη  «Μικρό Έπος για τον Ανδρέα Ροδινό» όπως επίσης και στην ηχογράφηση CD της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών με την Συμφωνική Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

Ανέλαβε τη μουσική διδασκαλία του έργου «Τα ιερά τραγούδια του έρωτα» του Ν. Μαμαγκάκη που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Με τον ίδιο οργανισμό πραγματοποίησε συναυλία με έργα για μαντολίνο και πιάνο, μαζί  με τον δεξιοτέχνη του μαντολίνου Δημήτρη Μαρίνο.

Έλαβε μέρος σε φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στην όπερα της Μερσίνας (Άδανα Τουρκίας) στα πλαίσια της προσπάθειας για Ελληνοτουρκική σύνδεση και φιλία.

Έχει πραγματοποιήσει συναυλία στο «Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού της Νέας Υόρκης».

Εμφανίστηκε με την Συμφωνική Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στο concerto που έδωσε στο Ηρώδειο ο διάσημος τενόρος Andrea Bocelli.      

Έχει συνοδέψει ερμηνευτές του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού (Αλίκη Καγιαλόγλου, Σαβίνα Γιαννάτου, Βασίλης Λέκκας κ.α.) σε συναυλίες και σε εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης.






Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Γιάννης Παπαϊωάννου - 39 χρόνια από το θάνατό του...




Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, του Παναγιώτη και της Χρυσής, το γένος Βονομπάρτη, γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας, στις 18 Ιανουαρίου 1913.








Στην Ελλάδα ήρθε με την Μικρασιατική Καταστροφή. Στη Σαμοθράκη και στη Θράκη, και από εκεί στον Πειραιά, στο Κερατσίνι, στον Άγιο Διονύση, και τέλος στα Προσφυγικά στις Τζιτζιφιές. Τα παιδικά του χρόνια στην Κίο ήταν ξέγνοιαστα, αφού μεγάλωνε σε εύπορο περιβάλλον. Η εφηβεία του, όμως, τον βρήκε στον Πειραιά να εργάζεται -έχοντας αφήσει το σχολείο- σε διάφορες δουλειές προκειμένου ν’ αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες διαβίωσης. Ο πατέρας του είχε φύγει από τη ζωή όταν ήταν 8 χρόνων. Δούλεψε στις οικοδομές, αλλά και ψαράς στα καΐκια. Μεγάλωσε μες στη θάλασσα και για δάσκαλό του είχε τον Ζέππο, τον καπετάν Ανδρέα, για τον οποίο αργότερα έγραψε το περίφημο τραγούδι του. Από μικρός είχε το πάθος της μουσικής και του αθλητισμού. Στην Κίο έπαιζε φυσαρμόνικα και στον Πειραιά ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο. Έπαιζε βασικός στην ομάδα Φαληρικός, τον κατοπινό Εθνικό, όταν τραυματίστηκε και η μητέρα του τον πίεσε να σταματήσει την μπάλα. Της υποσχέθηκε να το κάνει αν του αγόραζε ένα μαντολίνο. Έτσι, αποχαιρέτησε την μπάλα και καταπιάστηκε με τα όργανα και το τραγούδι. Σύντομα το μαντολίνο πλαισιώθηκε από μια κιθάρα, και το μεράκι του για τη μουσική βρήκε διέξοδο σ’ ένα γκρουπάκι με το οποίο έκανε καντάδες στη γειτονιά κι έπαιζε χαβάγιες με «μια κιθάρα μαύρη με μια κορδέλα δεμένη στην ταστιέρα της». Ήταν γύρω στα 1934 όταν άκουσε από κάποιο αμερικάνικο δίσκο γραμμοφώνου το Μινόρε του Τεκέ, με τον Τζακ Γρηγορίου ή Χαλκιά. Ο ήχος του τον ξεσήκωσε. Πάνε τα μαντολίνα κ’ οι κιθάρες για χάρη του μπουζουκιού.





«Τρέλα! Τέτοιο πράμα, τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση. Αμέσως άλλαξα γνώμη και είπα θα πάρω μπουζούκι. Το πήρα και το πήγα σπίτι. Ποιος είδε θεό και δεν φοβήθηκε! Με έπιασε η μάνα μου στο μονότερμα. Πάρ’ το, φύγε, αλήτη, εγκληματία, παλιάνθρωπε και τα λοιπά. Μπουζούκι, μου ’λεγε, έφερες εδώ πέρα, να σηκωθείς να φύγεις, και δος του τα ίδια και τα ίδια. Με έδιωξε. Έδιωξε η μάνα το παιδί για το μπουζούκι! Λες και ήταν φονικό όργανο. Κακόμοιρο όργανο, πόσα δεν τράβηξες κι εσύ μαζί με εμάς; Άσχετα αν σήμερα αυτό το όργανο το έκαναν μπαλαρίνα, όπως και τα λαϊκά τραγούδια».




Ο Πειραιάς και η Φαληριώτισσα
Είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές του Παπαϊωάννου στην αυτοβιογραφία του για το τι εξέφραζε το μπουζούκι εκείνα τα χρόνια, αλλά και το ποιοι το έπαιζαν. Κουτσαβάκηδες και νταήδες, αλλά και εύποροι μερακλήδες και καλοί μάγκες. Χαρακτηριστικοί τύποι του Πειραιά που λες και ξεπηδάνε από παλιό μυθιστόρημα που ηθογραφεί την κατάσταση, όπως διαμορφωνόταν στο λιμάνι και στις πόλεις, μετά το 1922, όταν το χασίσι μαλάκωνε στιγμιαία τους πόνους και τα βάσανα της φτώχειας και συνόδευε τα γούστα της εποχής στους τεκέδες και στα πρώτα στέκια του ρεμπέτικου, με τον Μάρκο και την κομπανία του να υμνούν το σινάφι τους και τις συνήθειές του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Γιάννης Παπαϊωάννου μυήθηκε στο μπουζούκι, φέρνοντας, όμως, στο ρεμπέτικο και την αύρα της θάλασσας, μαζί με τη γλυκιά αίσθηση από τις παλιές καντάδες του με τα μαντολίνα και τις κιθάρες. Ο πρώτος δίσκος του, στα 1937, είχε άμεσα την επιρροή από τον οργανικό δίσκο του Χαλκιά και από τις κιθαριστικές και μαντολινίστικες καντάδες. Ήταν ο δίσκος με το οργανικό Σέρβικο Σμυρναίικο από τη μια και τη Φαληριώτισσα από την άλλη, που από το’35, χωρίς να έχει γίνει δίσκος, τραγουδιόταν στις γειτονιές του Πειραιά, για να ηχογραφηθεί με τη προτροπή του «ελαφρού» μουσικού και στιχουργού Ευάγγελου Γρυπάρη, ο οποίος πήγε τον Παπαϊωάννου στην Odeon και ως αντάλλαγμα πήρε τα μισά ποσοστά από το τραγούδι! Η Φαληριώτισσα φωνογραφήθηκε με τον Γιάννη Παπαϊωάννου και τη μουσική επιμέλεια του Σπύρου Περιστέρη, και η επιτυχία της οδήγησε την Columbia στο να την κυκλοφορήσει κι εκείνη με εκτελεστή τον Στράτο Παγιουμτζή και την επιμέλεια του Παναγιώτη Τούντα. Ακολούθησαν η Ξανθιά μοδιστρούλα, το Όταν δω τα δυο σου μάτια (Ραντεβού σαν περιμένω), το Σούχα χαρίσει την καρδιά, το Βαδίζω και παραμιλώ και η Βαγγελίτσα, που τον καθιέρωσαν σε συνθέτη πρώτης γραμμής. Για τη Φαληριώτισσα ο παλιός μπουζουξής Ηλίας Ποτοσίδης έχει αναφέρει «Θυμάμαι την ταβέρνα του μπαρμπα-Γιώργη που δίπλα ήταν χασάπικο που το είχε ο Βασίλης Βάζος, αδελφός του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Γιάννη Βάζου. Στο χασάπικο του Βάζου δούλευε ο κουνιάδος του Γιάννη Βάζου, ο Χρήστος. Αυτός έγραψε τα πρώτα λόγια της Φαληριώτισσας, δηλαδή το “Σουρωμένος θάρθω πάλι στην παλιά μας γειτονιά”. Θυμάμαι ότι τα λόγια αυτά τα έγραψε πάνω σ’ ένα χασαπόχαρτο, και μετά ο Γιάννης Παπαϊωάννου το συμπλήρωσε».






Η πρώτη νίκη
Μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά, το 1936, η ελληνική δισκογραφία καταγράφει αδιάκριτα όλα τα μουσικά είδη της εποχής. Τα δυτικότροπα ελαφρά τραγούδια και τις οπερέτες, αλλά και τα δημώδη, τα μικρασιάτικα και τους αμανέδες, και τα ρεμπέτικα. Με τη μεταξική λογοκρισία, για πρώτη φορά εκτός από τη στιχομυθία των τραγουδιών μπαίνει στο στόχαστρο και η μουσική τους. Τα ημιτόνια και η ανατολική ασυγκέραστη κλίμακα. Άμεσος σκοπός η κατάργηση της μουσικής των προσφύγων με τα σαντουρόβιολα και τους αμανέδες, ή η περιθωριοποίησή τους, γεγονός που επετεύχθη. Αμφιβάλω αν κάτι ανάλογο έχει συμβεί πουθενά αλλού στον κόσμο. Πάντως, από αυτή την περίοδο και μετά το ρεμπέτικο, ή λαϊκό, τραγούδι στηρίχτηκε περισσότερο στις δυτικές αρμονίες, τα μινόρε και τα μαντζόρε. Τα καραντουζένια και τα παλιά κουρδίσματα των μπουζουκιών άλλαξαν, εν πολλοίς. «Ξαφνικά το 1936 απαγορεύονται τα λαϊκά τραγούδια. Παίρνω τότε το μπουζούκι μου και πάω στη λογοκρισία. Λέω: “Κύριοι, αφού το όργανο είναι κατηγορούμενο, πρέπει να απολογηθεί”. Έπαιξα ένα μινόρε και συγκινηθήκανε. Γρήγορα δόθηκε η άδεια να συνεχίσουμε. Ήταν η πρώτη νίκη μου». Με αυτά τα λόγια γυρνά στα πρώτα χρόνια του στο τραγούδι ο Γιάννης Παπαϊωάννου, σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του στον Τάσο Κουτσοθανάση, τον Δεκέμβριο του 1968, όταν μαζί με τον Μάρκο και τον Στράτο δούλευαν στο κέντρο Ξενύχτης στη Νέα Φιλαδέλφεια, στην τελευταία συνεργασία τους. Με τον Μάρκο και τον Στράτο είχε συνεργαστεί και στο ξεκίνημά του, στα πρώτα πάλκα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, κι ακόμη με τον Μπαγιαντέρα, τον Χατζηχρήστο, τον Δελιά, τον Μπάτη, τον Κερομύτη, ενώ μαζί με τον Αλέκο Παναγόπουλο και τον Στεφανάκη Σπιτάμπελο είχαν το Τρίο Παπαϊωάννου. Το 1940 ήρθε ο πόλεμος και ξαναπήγε φαντάρος στην Αλβανία. Είχε υπηρετήσει τη θητεία του το 1935. Μετά ήρθε η κατοχή κι ο αγώνας για την επιβίωση. Το 1943 άνοιξε δικό του μαγαζί στο Μοσχάτο και γνωρίστηκε με την Ευδοξία Καμπούρη, με την οποία παντρεύτηκε στις αρχές του 1944 και απόκτησαν τρία παιδιά, τον Παναγιώτη, τον Αντώνη και τη Χρυσούλα. Τότε γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Μοσχονά. Τον βασικό ερμηνευτή των τραγουδιών του στη μεταπολεμική περίοδο. (Η προπολεμική εποχή είχε έντονο το εκφραστικό στοιχείο της φωνής του Γιάννη Παπαϊωάννου, στις εξαιρετικές διφωνίες με τον Απόστολο Χατζηχρήστο και τον Γιάννη Κωνσταντινίδη ή Μακαρόνα. Οι τρεις τους ερμηνεύσαν τα περισσότερα από τα 36 τραγούδια που ηχογράφησε από το 1937 έως το 1941.)





Οδυσσέας Μοσχονάς.
Η γνωριμία του με τον Παπαϊωάννου, η Τριάνα του Χειλά και Οι βαλίτσες
(Απόσπασμα από την αφήγησή του στον Κώστα Χατζηδουλή, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 28/6/1976).
«Μια μέρα, κατοχή ήτανε, έρχεται ο Χατζηχρήστος και μου λέει να πάμε σ’ ένα μαγαζί, στο Περοκέ από κάτω, που είχε ανοίξει ο Κατελάνος. Εκεί μέσα ήτανε πολλοί ρεμπέτες μουσικοί, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστος, Γενίτσαρης, Κερομύτης, εγώ, ο
Ποτοσίδης κ.ά. Εκεί γνώρισα τον Παπαϊωάννου. Συνθέτης καλός, συνάδελφος καλός, μα πάνω απ’ όλα ήταν η μεγάλη, η πολύ μεγάλη καρδιά του. Μόλις μ’ άκουσε και τραγούδαγα μου λέει “Μοσχονά, είσαι πολύ καλός τραγουδιστής, κι όταν ανοίξουνε το εργοστάσιο δίσκων θα κάνουμε καλή συνεργασία οι δυο μας, θα τραγουδάς τα τραγούδια μου”. Κι έτσι έγινε. Μετά πιάσαμε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές, που το είχε ο Τοτόμης. Ένα πρωί ξυπνήσαμε από τα πολυβόλα, χάλαγε ο κόσμος, ο Γιάννης λέει “οι Γερμανοί κυκλώσανε τον συνοικισμό και βαράνε”. Είχανε σκοτώσει και δυο-τρία παιδιά. Παίρνουμε μια κιθάρα από το σπίτι του Παπαϊωάννου και μου λέει να περάσουμε μέσα από τον Ιππόδρομο για να βγούμε απέναντι στον δρόμο. Έτσι καταφέραμε και γλυτώσαμε φτηνά, γιατί ο Ιππόδρομος ήταν γεμάτος νάρκες. Πέσαμε μέσα σε κάτι άχυρα και μετά με τα πόδια φτάσαμε μέχρι το Χασάνι. Άσχημες μέρες εκείνες της κατοχής• όπου δουλεύαμε υπήρχε πάντα ο φόβος, αλλά το κυριότερο είναι ότι δουλεύαμε όπου βρίσκαμε φαΐ. Μόλις φύγανε οι Γερμανοί και ήρθε σιγά-σιγά η απελευθέρωση ξανάρχισαν οι δουλειές, και στις Τζιτζιφιές άνοιξε το περίφημο κέντρο του Καλαματιανού. Εκεί παίζαμε με μεγάλο συγκρότημα, Παπαϊωάννου, Μάρκος, εγώ, ο Καπλάνης, ο Μπάτης, αργότερα ο Τσιτσάνης και άλλοι. Όλο το στράτευμα του ρεμπέτικου πέρασε από του Καλαματιανού το μαγαζί, που τον σκοτώσανε τότες το 1948-49. Μόλις πηγαίναμε το βράδυ για δουλειά ήτανε δύο χιλιάδες άνθρωποι εκεί να μας ακούνε και να μας χειροκροτάνε• τέτοιες δόξες κανείς δεν θα τις γνωρίσει. Μετά από λίγο ήρθε ένας φίλος του Χειλά και πρότεινε στον Παπαϊωάννου να πάμε εκεί για δουλειά… Το μαγαζί του δεν λεγότανε “Τριάνα”, αλλά “Το Παραμύθι”. Ο Παπαϊωάννου τόκανε “Τριάνα”. Και τι κόσμος δεν πέρασε απ’ εκεί… Χιλιάδες άνθρωποι από την άκρη του κόσμου έρχονταν στην “Τριάνα” να μας ακούσουνε. Υπήρχαν κι άλλα μαγαζιά, δε λέω ονόματα, εκεί τριγύρω ή αλλού, αλλά δεν δούλευαν. Το μαγαζί του Χειλά, για πολλά χρόνια, ερχόταν πρώτο στον κόσμο. […] Ένα βράδυ εκεί στην “Τριάνα”, όπως παίζαμε στο πάλκο, έκανα παράπονα εγώ για τον Χειλά επειδή δεν με ικανοποιούσε στο μεροκάματο κι έλεγα στους άλλους μουσικούς ότι θα πάρω τις βαλίτσες μου και θα γίνω λαγός. Το είπα πολλές φορές μέχρι το πρωί αυτό, το «θα πάρω τις βαλίτσες μου»... Ξαφνικά βλέπω τον Παπαϊωάννου να γράφει πίσω στο πακέτο με τα τσιγάρα κάτι. Τον ρώτησα και μου είπε ότι έγραψε τη λέξη «βαλίτσες». Έγραψε το θέμα ενός τραγουδιού, τον τίτλο, το παράγγειλε του Μάνεση κι εκείνος έγραψε τους στίχους. Το τραγούδησε ο Καζαντζίδης, ήταν το πρώτο του τραγούδι σουξέ, αυτό του άνοιξε τον δρόμο κι έγινε ο Καζαντζίδης». (Οι σημαντικότερες συνεργασίες του με στιχουργούς ήταν αυτές με τον, σπουδαιότερο λαϊκό στιχουργό της πρώτης εποχής, Χαράλαμπο Βασιλειάδη ή Τσάντα και τον, επίσης σημαντικό στιχουργό και εκδότη του περιοδικού Καινούργιο και Μοντέρνο Τραγούδι Κώστα Μάνεση, με τους οποίους έγραψε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του. Σποραδικά συνεργάστηκε με τον Γ. Φωτίδα, τον Αλ. Αγγελόπουλο, την Ευτ. Παπαγιαννοπούλου κ.α.)





Με τον Καζαντζίδη
Μετά του Χειλά έπαιξε στις Τζιτζιφιές με την Μπέλλου, η οποία μαζί με τον Μοσχονά και τον Στελλάκη Περπινιάδη υπήρξαν οι βασικοί εκτελεστές των μεταπολεμικών τραγουδιών του, μέχρι το 1951. Το 1952 συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη, αλλά και τη Ρένα Ντάλλια. Την ίδια χρονιά έφυγε στην Κωνσταντινούπολη και γυρίζοντας έπαιξε μια σεζόν στου Μαργωμένου. Το 1953 έφυγε στην Αμερική. Ήταν ο πρώτος μεγάλος μπουζουξής από την Ελλάδα που πήγε στην Αμερική. Εκείνη την εποχή της έντονης κινητικότητας του, μεταξύ άλλων, στήριξε κι έναν νέο τραγουδιστή που προηγουμένως είχε δοκιμαστεί από την εταιρεία ανεπιτυχώς. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που όταν ο Παπαϊωάννου τον πρότεινε για να ερμηνεύσει ένα από τα τραγούδια του η εταιρεία ήταν ανένδοτη. Η επιμονή του Παπαϊωάννου, όμως, ο οποίος αντέδρασε έντονα λέγοντας «αν δεν σας κάνει αυτός δεν σας κάνω κι εγώ», ήταν εκείνη που έδωσε, τελικά, στον Στέλιο Καζαντζίδη τη χρυσή δεύτερη ευκαιρία, μετά το αποτυχημένο ντεμπούτο του με το τραγούδι του Καλδάρα Για μπάνιο πάω, να δείξει τις ικανότητές του και τελικά να εδραιωθεί, με την αξία του από τη μια και τον τσαμπουκά και τα τραγούδια του μπαρμπα-Γιάννη από την άλλη. Οι βαλίτσες, Εχθές αργά το δειλινό, Εγώ θα σε γλυτώσω, Δεν σε ρωτώ ποια ήσουνα, Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει, κ.ά. Το 1952-’53 ο Παπαϊωάννου έδωσε 13 τραγούδια στον Καζαντζίδη, ενώ κάποια στιγμή συνεργάστηκαν και στον «Αστέρα» στην Κοκκινιά. Κι όταν γύρισε από την Αμερική, τη δεύτερη φορά, το 1958, ο Καζαντζίδης τον πήρε μαζί του στην «Τριάνα» δίνοντάς του ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα και γερό μεροκάματο. Παλιά χρέη που, όμως, για μια ακόμη φορά εύρισκαν τον Παπαϊωάννου να ορθώνει το ανάστημά του, αυτή τη φορά όχι στους ανθρώπους της εταιρείας αλλά στους, αποφασισμένους για μεγάλη φασαρία, μπράβους και νταήδες, σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης ήταν στις μεγάλες του δόξες και βίωνε την τρομοκρατία των ανθρώπων της νύχτας. Τον Παπαϊωάννου τον σέβονταν, κι όλα αυτά περιγράφονται αποκαλυπτικά στην αυτοβιογραφία του.





Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες
Η δεκαετία του 50 έχει έντονο το σινεμασκόπ, το τεχνικολόρ και το άρωμα του αμερικάνικου ονείρου, διεθνώς. Η Αμερική υπήρξε ελκυστική υπόθεση και για τους λαϊκούς καλλιτέχνες από την Ελλάδα. Ελέω ομογένειας, αφού υπήρχε εκεί οργανωμένος ελληνισμός με δική του κουλτούρα, καλλιτεχνικές και φιλολογικές ανησυχίες. Όλα, όμως, συνέτειναν στο πνεύμα διατήρησης του τρίτου δρόμου των ελληνοαμερικανικών χαρακτηριστικών. Ο Παπαϊωάννου πήγε στην Αμερική κάμποσες φορές. Πρώτη φορά το 1953, οπότε και άνοιξε τον δρόμο της φυγής στο όνειρο που έγινε εφιάλτης για τους λαϊκούς μουσικούς και, κυρίως, για το λαϊκό τραγούδι, μιας και τον ακολούθησαν σημαντικά στελέχη του όπως ο Κώστας Καπλάνης, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Μανώλης Χιώτης, ο Σταύρος Τζουανάκος, ο Τάκης Μπίνης, ο Γιάννης «Σπόρος» Σταματίου, ο Δημήτρης «Μπέμπης» Στεργίου, ο Γιαννάκης Αγγέλου και πάρα πολλοί άλλοι. Δεύτερη φορά πήγε το 1956, και ακόμη γύρω στο 1960 και, τέλος, στα 1967. Στις δύο πρώτες επισκέψεις του είχε παρτενέρ τη Ρένα Ντάλλια, με την οποία έκαναν και πολλές ηχογραφήσεις, ενώ γνωρίστηκε με τον θρυλικό μπουζουξή Τζακ Γρηγορίου ή Χαλκιά και τους τραγουδιστές της ομογένειας Τζιμ Αποστόλου και Αξιώτη Κεχαγιά. Σε κάποιες από τις ηχογραφήσεις αυτές χρησιμοποίησε και μαντολίνο δίνοντας έναν κανταδόρικο, αναμνησιολογικό των νεανικών του χρόνων, τόνο. Η εμπειρία του από τον Νέο Κόσμο βρήκε την έκφρασή της και στο τραγούδι «Έζησα στην Αμέρικα σ’ ουρανοξύστες πλάι, κ’ είδα για πρώτη μου φορά την τύχη να γελάει/Δολάρια μου χάρισε κι όμως εγώ πονούσα, κάθε στιγμή σε σένανε Αθήνα τριγυρνούσα». Ή ακόμη «Είσαι μαγεμένη χώρα το φωνάζω κάθε ώρα  Hollywood, έχεις όμορφα κορίτσια όλο νάζια και καπρίτσια very good/Hollywood, Hollywood, Hollywood είσαι ωραίο, είσαι φίνο, είσαι good. Έχεις κι ένα παραπάνω, τις πενιές Παπαϊωάννου, Hollywood, κι όσοι θέλουν να γλεντήσουν τις πενιές σου θα ζητήσουν very good».





Όταν κλαίει το μπουζούκι
Οι πενιές του Παπαϊωάννου αποτελούν τη βασική αναφορά εκατοντάδων μπουζουξήδων τα τελευταία 50-60 χρόνια, μαζί με αυτές του Τσιτσάνη, του Χιώτη, του Μητσάκη και των μεγάλων δεξιοτεχνών της δεκαετίας του ’50. Τα ταξίμια, όμως, του μπαρμπα-Γιάννη είναι μοναδικά, πραγματική σπουδή για το όργανο και τον χαρακτήρα του. Μαζί με τον Τσιτσάνη έγραψαν τα καλύτερα οργανικά, κι ας υπήρχαν άλλοι μεγαλύτεροι δεξιοτέχνες. Η πενιά και τα δάχτυλά του πάνω στην ταστιέρα του οργάνου έγραψαν ιστορία, όπως έγραψαν και τα τραγούδια του, στη δισκογραφία και στη συνείδησή μας. Ως συνθέτης κατάφερε να ενώσει το ύφος της καντάδας και του θαλασσινού αλέγκρο με την αδρότητα του ρεμπέτικου, γράφοντας μνημειώδη τραγούδια. Κατά τον Μπαγιαντέρα, τον Κερομύτη και πολλούς ακόμη συνοδοιπόρους του ήταν «η ψυχή του ρεμπέτικου», και αυτό δεν περιορίζεται αυστηρά στον χαρακτήρα του και στη συμπεριφορά του αλλά διαπερνά τη μουσική του ως απόλυτη αυθεντική έκφραση των όσων τού αναγνώριζαν οι συνάδελφοί του. Εκτός από σπουδαίος λαϊκός συνθέτης και μπουζουξής, με μεγάλη δύναμη στα ταξίμια, υπήρξε και από τους εκφραστικότερους τραγουδιστές. Στη δεκαετία του 60, αν και σε περίοδο ύφεσης, τραγούδησε με μοναδικό τρόπο το Πέντε Έλληνες στον Άδη και το Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει, αποδεικνύοντας πως το ρεμπέτικο δεν συνάδει με τις γυαλιστερές, στρογγυλευμένες φωνές, αλλά έχει τα δικά του όπλα, δυναμική και έκφραση που διέθεταν ο Μάρκος και ο Παπαϊωάννου και λιγοστοί ακόμη της γενιάς τους που διασώθηκαν στα νεότερα χρόνια.





Άλλες εποχές
Από μια εποχή και μετά η πορεία του είχε τις διακυμάνσεις που είχε συνολικά το παλιότερο τραγούδι και οι εκπρόσωποί του. Μετά τα μέσα του ’50 η δισκογραφία παρόπλισε τους παλιούς συνθέτες, κάποιοι από τους οποίους επανήλθαν με την πρώτη αναβίωση του ’60, όταν η Columbia επανέφερε με νέες εκτελέσεις τα τραγούδια που είχαν γράψει στο γραμμόφωνο συνθέτες όπως ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης, ο Μπαγιαντέρας, ο Χατζηχρήστος, ο Τζουανάκος, ο Καλδάρας, ο Χιώτης, ο Μπακάλης κ.ά. Εκείνα τα χρόνια κέρδισε την πρόσκαιρη παραμονή του στην Columbia γράφοντας καινούργια τραγούδια με τον Μπιθικώτση, τον Διονυσίου, την Πόλυ Πάνου, την Καίτη Γκρέυ, τον Αντώνη Ρεπάνη, τον Γαβαλά, και τον Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα. Στα πάλκα δούλεψε με τον Βασίλη Τσιτσάνη στο «Φαληρικόν», με τον Περπινιάδη και τον Διονυσίου στου «Περιβόλα» και με τραγουδίστριες πότε την Πόλυ Πάνου, πότε την Καίτη Γκρέυ, και πότε τη Ρίτα Σακελλαρίου. Η εμφάνισή του σε κάποιες ταινίες της εποχής, όπως οι Αμαρτίες γονέων, Ο μπαμπάς μου κι εγώ και Μοδιστρούλα, πιθανώς τον ώθησαν στο να γράψει το κινηματογραφικό σενάριο των εμπειριών του από τις εμφανίσεις του στην Αμερική, το οποίο, όμως, δημοσιεύτηκε στην αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κάκτος το 1982 με την επιμέλεια του ερευνητή Κώστα Χατζηδουλή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 εμφανίστηκε στις Τζιτζιφιές και στο κέντρο «Χάραμα», μια σαιζόν με τον Γιώργο Λαύκα, τον Γιάννη Πουλόπουλο και τον Γιώργο Χατζηαντωνίου, και μια με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ήταν η εποχή που ο Τάσος Σχορέλης και ο Κώστας Χατζηδουλής παρουσίαζαν τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου. Το 1968 δούλεψε στον «Ξενύχτη» στη Νέα Φιλαδέλφεια με τον Μάρκο, τον Στράτο και τον Λαύκα, και την επόμενη χρονιά στη «Φαντασία», μετέπειτα «Πανόραμα», με τον Μιχάλη Μενιδιάτη και τον Τόλη Βοσκόπουλο. Οι τελευταίες εμφανίσεις του ήταν στο «Χάραμα», με τον Βασίλη Τσιτσάνη και το καλοκαίρι στο «Πανόραμα» στις Τζιτζιφιές. Το ξημέρωμα της 3ης Αυγούστου 1972, και ενώ μετά το τέλος του προγράμματος όδευε με το αυτοκίνητό του για το σπίτι του στη Σαλαμίνα, το αυτοκίνητό του ντελαπάρισε στην παραλιακή λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου στο Πέραμα. Η σύγκρουση ήταν μοιραία…
Κηδεύτηκε την επόμενη μέρα στο Νεκροταφείο της Καλλιθέας.











Κείμενο : Βαγγέλης Αρναουτάκης

South Cup Beach Volley Tour 2011



To Νομικό Πρόσωπο του Δήμου Άργους – Μυκηνών «ΜΕΡΙΜΝΑ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ», διοργανώνει σε συνεργασία με την Ελληνική Ομοσπονδία Βόλεϊ, το South Cup Beach Volley Tour 2011, στην Παραλία της Νέας Κίου, από την Παρασκευή 5 έως και την Κυριακή 7 Αυγούστου  2011.
Θα πάρουν μέρος 12 ομάδες ανδρών και 8 ομάδες γυναικών απ’ όλη την Ελλάδα.
Οι τελικοί θα πραγματοποιηθούν την Κυριακή 7 Αυγούστου κι αναμένεται να έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και να συγκεντρώσουν πλήθος θεατών στην παραλία, δίπλα στην προβλήτα του λιμανιού της Νέας Κίου.